Τετάρτη 12 Απριλίου 2017

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 102 — Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον καί, πάντα τὰ ἐντός μου, τὸ ὄνομα τὸ ἅγιον αὐτοῦ·

"Sunflowers & Wheatfields in Harmony" by Gerhard Nesvadba
Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον καί,
πάντα τὰ ἐντός μου, τὸ ὄνομα τὸ ἅγιον αὐτοῦ·

εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον 
καὶ μὴ ἐπιλανθάνου πάσας τὰς ἀνταποδόσεις αὐτοῦ·

τὸν εὐιλατεύοντα πάσας τὰς ἀνομίας σου, 
τὸν ἰώμενον πάσας τὰς νόσους σου·

τὸν λυτρούμενον ἐκ φθορᾶς τὴν ζωήν σου, 
τὸν στεφανοῦντά σε ἐν ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς·

τὸν ἐμπιπλῶντα ἐν ἀγαθοῖς τὴν ἐπιθυμίαν σου, 
ἀνακαινισθήσεται ὡς ἀετοῦ ἡ νεότης σου.

ποιῶν ἐλεημοσύνας ὁ Κύριος 
καὶ κρίμα πᾶσι τοῖς ἀδικουμένοις.

ἐγνώρισε τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ τῷ Μωυσῇ, 
τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ τὰ θελήματα αὐτοῦ.

οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων ὁ Κύριος, 
μακρόθυμος καὶ πολυέλεος·

οὐκ εἰς τέλος ὀργισθήσεται, 
οὐδὲ εἰς τὸν αἰῶνα μηνιεῖ·

οὐ κατὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν ἐποίησεν ἡμῖν, 
οὐδὲ κατὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἀνταπέδωκεν ἡμῖν,

ὅτι κατὰ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τῆς γῆς 
ἐκραταίωσε Κύριος τὸ ἔλεος αὐτοῦ 
ἐπὶ τοὺς φοβουμένους αὐτόν·

καθόσον ἀπέχουσιν ἀνατολαὶ ἀπὸ δυσμῶν, 
ἐμάκρυνεν ἀφ' ἡμῶν τὰς ἀνομίας ἡμῶν.

καθὼς οἰκτείρει πατὴρ υἱούς, 
ᾠκτείρησεν Κύριος τοὺς φοβουμένους αὐτόν,

ὅτι αὐτὸς ἔγνω τὸ πλάσμα ἡμῶν, 
ἐμνήσθη ὅτι χοῦς ἐσμεν.

ἄνθρωπος, ὡσεὶ χόρτος αἱ ἡμέραι αὐτοῦ· 
ὡσεὶ ἄνθος τοῦ ἀγροῦ, οὕτως ἐξανθήσει·

ὅτι πνεῦμα διῆλθεν ἐν αὐτῷ, καὶ οὐχ ὑπάρξει 
καὶ οὐκ ἐπιγνώσεται ἔτι τὸν τόπον αὐτοῦ.

τὸ δὲ ἔλεος τοῦ Κυρίου ἀπὸ τοῦ αἰῶνος 
καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος ἐπὶ τοὺς φοβουμένους αὐτόν, 
καὶ ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ ἐπὶ υἱοῖς υἱῶν

τοῖς φυλάσσουσι τὴν διαθήκην αὐτοῦ 
καὶ μεμνημένοις τῶν ἐντολῶν αὐτοῦ τοῦ ποιῆσαι αὐτάς.

Κύριος ἐν τῷ οὐρανῷ ἡτοίμασε τὸν θρόνον αὐτοῦ, 
καὶ ἡ βασιλεία αὐτοῦ πάντων δεσπόζει.

εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πάντες οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ, 
δυνατοὶ ἰσχύϊ ποιοῦντες τὸν λόγον αὐτοῦ 
τοῦ ἀκοῦσαι τῆς φωνῆς τῶν λόγων αὐτοῦ.

εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πᾶσαι αἱ δυνάμεις αὐτοῦ, 
λειτουργοὶ αὐτοῦ ποιοῦντες τὸ θέλημα αὐτοῦ·

εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ, 
ἐν παντὶ τόπῳ τῆς δεσποτείας αὐτοῦ· 
εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον.

απόδοση
Ω ψυχή μου, ακατάπαυστα να δοξολογείς τον Κύριο, 
και όλες οι μέσα μου δυνάμεις, ας δοξολογούν το Άγιον όνομά Του.
Να δοξολογείς, ψυχή μου, τον Κύριο 
και ποτέ μη λησμονάς καμιά από τις ευεργεσίας Του.
Να δοξολογείς το Θεό σου, που όλες τις ανομίες σου 
συγχωρεί  και όλες αρρώστιες σου γιατρεύει.
Αυτόν, που λυτρώνει και απαλλάσσει τη ζωήν σου, 
απ' του θανάτου τη φθορά 
και με λαμπρό στεφάνι το κεφάλι σου στολίζει, 
με το πλήθος του ελέους και των οικτιρμών του.
Να δοξολογείς τον Κύριο, που χορταίνει με όλα τα αγαθά 
τις ευγενικές σου επιθυμίες, κι έτσι, σαν του αετού, 
τα νιάτα και η δύναμή σου ανανεώνονται.
Ο Κύριος είναι ελεήμων, μακρόθυμος και το δίκιο 
αποδίδει στους αδικημένους αθώους.
Αυτός γνώρισε στο Μωϋσή όλους τους δρόμους Του 
και στον λαό του ισραήλ το θέλημά Του φανέρωσε .
Οικτίρμων και ελεήμων είναι ο Κύριος, 
μακρόθυμος και γεμάτος από ελέη.
Δεν οργίζεται, για να μας καταστρέψει τελείως, 

ούτε κρατεί αιώνια την οργή Του.
Δεν μας τιμώρησε ποτέ ανάλογά με την βαρύτητα 

και το πλήθος των ανομιών μας, 
.............
και ούτε την τιμωρία που μας έπρεπε σύμφωνα με τις αμαρτίας μας ανταπέδωκεν εις ημάς την πρέπουσαν τιμωρίαν.
Διότι, όσον απροσμέτρητον είναι το ύψος του ουρανού από την γην, τόσον μέγα και κραταιόν, τόσον αμέτρητον είναι το έλεος του Θεού προς εκείνους που Τον φοβούνται και Τον ευλαβούνται.
Όσον απροσμέτρητος είναι η απόστασις της ανατολής από την δύσιν, τόσον απεμάκρυνεν από ημάς ο Θεός τας αμαρτίας μας, ώστε να είμεθα απηλλαγμένοι από αυτάς.
Όπως ευσπλαγχνίζεται ο στοργικός πατήρ τα παιδιά του, έτσι και ο Κύριος σπλαγχνίζεται πάντοτε εκείνους, που Τον φοβούνται.
Διότι αυτός γνωρίζει από τι επλάσθημεν, έχει πάντοτε υπ' όψιν του, ότι είμεθα πλασμένοι από το ευτελές χώμα της γης.
Οι ημέρες του ανθρώπου ομοιάζουν με το εφήμερον χόρτον του αγρού. Έτσι και αυτός σαν το άνθος του αγρού ανθίζει και φαίνεται επ' ολίγον εις την γην.
Όταν δε καυστικός άνεμος περάση από το άνθος, το καταστρέφει, το εξαφανίζει και έτσι αυτό δεν υπάρχει πλέον, δεν αφήνει κανένα ίχνος στον τόπον του, ώστε κανείς να μη ξέρη, που είχε αυτό προηγουμένως φυτρώσει. Έτσι και ο άνθρωπος έρχεται και παρέρχεται και γρήγορα λησμονείται.
Η ευσπλαγχνία όμως του Κυρίου απλώνεται εις αιώνας αιώνων προς τους ανθρώπους εκείνους, οι οποίοι Τον φοβούνται. Και η δικαιοσύνη Του, φρουρός ασφαλής, παραμένει εις όλας τας γενεάς των ανθρώπων.
Των ανθρώπων εκείνων, οι οποίοι φυλάσσουν τον Νόμον Του και έχουν πάντοτε στον νουν και την καρδίαν των τας εντολάς Του, δια να τας τηρούν και συμμορφώνωνται προς αυτάς.
Ο Κύριος ητοίμασε και εστερέωσε τον θρόνον του υψηλά στον ουρανόν και η βασιλεία Του κυριαρχεί επί του σύμπαντος.
Δοξολογείτε, λοιπόν, τον Κύριον όλοι οι άγγελοι αυτού, σεις οι οποίοι είσθε ισχυροί, ώστε να πράττετε το θέλημά Του, πρόθυμοι να ακούετε και να εκτελήτε την διαταγήν των λόγων Του.
Ευλογείτε τον Κύριον όλαι αι στρατιαί των αγγελικών δυνάμεων, οι λειτουργοί αυτού, όλοι όσοι τηρούν το θέλημά Του.
Ευλογείτε τον Κύριον όλα τα έργα, τα οποία υπάρχουν εις κάθε τόπον της κυριαρχίας Του. Ω ψυχή μου, δοξολόγει πάντοτε τον Κύριον.


Παρασκευή 31 Μαρτίου 2017

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 090 — Αἶνος ᾠδῆς τῷ Δαυΐδ

  1. Ο ΚΑΤΟΙΚΩΝ ἐν βοηθείᾳ τοῦ ῾Υψίστου, ἐν σκέπῃ τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ αὐλισθήσεται. 
  2. ἐρεῖ τῷ Κυρίῳ· ἀντιλήπτωρ μου εἶ καὶ καταφυγή μου, ὁ Θεός μου, καὶ ἐλπιῶ ἐπ᾿ αὐτόν,
  3. ὅτι αὐτὸς ρύσεταί σε ἐκ παγίδος θηρευτῶν καὶ ἀπὸ λόγου ταραχώδους.
  4. ἐν τοῖς μεταφρένοις αὐτοῦ ἐπισκιάσει σοι, καὶ ὑπὸ τὰς πτέρυγας αὐτοῦ ἐλπιεῖς· ὅπλῳ κυκλώσει σε ἡ ἀλήθεια αὐτοῦ.
  5. οὐ φοβηθήσῃ ἀπὸ φόβου νυκτερινοῦ, ἀπὸ βέλους πετομένου ἡμέρας,
  6. ἀπὸ πράγματος ἐν σκότει διαπορευομένου, ἀπὸ συμπτώματος καὶ δαιμονίου μεσημβρινοῦ.
  7. πεσεῖται ἐκ τοῦ κλίτους σου χιλιὰς καὶ μυριὰς ἐκ δεξιῶν σου, πρὸς σὲ δὲ οὐκ ἐγγιεῖ·
  8. πλὴν τοῖς ὀφθαλμοῖς σου κατανοήσεις καὶ ἀνταπόδοσιν ἁμαρτωλῶν ὄψει.
  9. ὅτι σύ, Κύριε, ἡ ἐλπίς μου· τὸν ῞Υψιστον ἔθου καταφυγήν σου.
  10. οὐ προσελεύσεται πρὸς σὲ κακά, καὶ μάστιξ οὐκ ἐγγιεῖ ἐν τῷ σκηνώματί σου.
  11. ὅτι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ τοῦ διαφυλάξαι σε ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς σου·
  12. ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσί σε, μήποτε προσκόψῃς πρὸς λίθον τὸν πόδα σου·
  13. ἐπὶ ἀσπίδα καὶ βασιλίσκον ἐπιβήσῃ καὶ καταπατήσεις λέοντα καὶ δράκοντα.
  14. ὅτι ἐπ᾿ ἐμὲ ἤλπισε, καὶ ρύσομαι αὐτόν· σκεπάσω αὐτόν, ὅτι ἔγνω τὸ ὄνομά μου.
  15. κεκράξεται πρός με, καὶ ἐπακούσομαι αὐτοῦ, μετ᾿ αὐτοῦ εἰμι ἐν θλίψει· ἐξελοῦμαι αὐτόν, καὶ δοξάσω αὐτόν.
  16. μακρότητα ἡμερῶν ἐμπλήσω αὐτὸν καὶ δείξω αὐτῷ τὸ σωτήριόν μου.
 (Μασοριτικό 91)
Απόδοση
  1. Εκείνος που βρίσκεται, και παραμένει κάτω από την ακατανίκητη βοήθεια του Υψίστου, αυτός θα αναπαύεται από την σκέπην του Θεού του ουρανού.
  2. Θα πει και θα λέγει προς τον Κύριο· Συ είσαι ο βοηθός μου, το καταφύγιό μου σε όλη μου τη ζωήν, μάλιστα δε σε περιπέτειες και κινδύνους. Αυτός είναι ο Θεός μου, στον οποίον εγώ στηρίζω και θα στηρίζω τις ελπίδες μου.
  3. Σ' αυτόν και συ να ελπίζεις, αφού αυτός θα σε γλυτώσει από τις δόλιες παγίδες των πονηρών εχθρών σου, που, σαν πανούργοι θηρευτές, ζητούν να, την ψυχήν σου συλλάβουν. Αυτός θα σε προφυλάξει από λόγια δηλητηριώδη, που την ψυχή αναστατώνουν και πικραίνουν . 
  4. Αυτός, μπροστά σου θα στέκεται, θα σε υπερασπίζει από τους εχθρούς σου, για να είσαι ασφαλής πίσω του. Κάτω από την προστασία των πτερύγων του θα ελπίζεις σε βοήθεια αποτελεσματική. Σαν ασπίδα θα σε περιβάλλει ολόκληρο η φιλαλήθειά του και η προστασία, που έχει υποσχεθεί.
  5. Δεν θα φοβηθείς από κίνδυνο νυκτερινό, ούτε από βέλος που ρίχνεται εναντίον σου την ημέρα.
  6. Δεν θα φοβηθείς από φόβητρο, που επέρχεται κατά την νύκτα, ούτε από κανένα δυσάρεστο γεγονός της ημέρας, η από δαιμόνιο πονηρό, που ενεργεί στη μέση της ημέρας.
  7. Χίλιοι θα πέσουν νεκροί στ' αριστερά σου και χιλιάδες χιλιάδων από στα δεξιά σου. Θα χάνονται πολυάριθμοι άνθρωποι γύρω σου. Αλλ' ούτε καν και θα σε αγγίξει το κακό.
  8. Επειδή είσαι δίκαιος, θα έχεις ανοιχτά τα μάτια σου, για να βλέπεις πως εξολοθρεύονται οι αμαρτωλοί και να δοξάζεις έτσι τον δίκαιο Θεό. Γεμάτος ευλάβεια θα αναφωνείς·
  9. συ, Κύριε, είσαι η ελπίδα μου· και θα έχεις ως απάντηση. Τον Κύριον έθεσες πράγματι ως καταφύγιό σου·
  10. και δεν θα σε πλησιάσουν συμφορές, και μάστιγες δοκιμασιών δεν θα φθάσουν στην κατοικία σου.
  11. Διότι ο Κύριος θα δώσει εντολή στους αγγέλους του δια να σε προφυλάξουν σε όλους τους δρόμους της ζωής σου.
  12. Θα σε αναλάβουν οι άγγελοι στα χέρια τους και θα σε καθοδηγούν, ώστε ούτε το ένα σου πόδι να μη σκοντάψει σε καμιά πέτρα.
  13. Θα πατήσεις άφοβα πάνω σε φίδια δηλητηριώδη, όπως είναι η ασπίδα και ο βασιλίσκος, και θα καταπατήσεις λέοντα και δράκοντα, χωρίς κανένα από τα θηρία αυτά να σε βλάψει.
  14. Ο ίδιος ο Θεός διακηρύσσει και λέγει· Επειδή ο δούλος μου στήριξε σε μένα τις ελπίδες του, εγώ θα τον γλυτώσω από κάθε κίνδυνο. Θα τον σκεπάσω με την προστασία μου, αφού αυτός γνώρισε και δόξασε το όνομά μου.
  15. Θα κράξει με την προσευχή του προς εμένα και εγώ θα κάμω δεκτή την προσευχή του. Θα βρεθώ στο πλευρό του στις θλίψεις της ζωής του. Θα τον βγάλω από τις δοκιμασίες και περιπέτειες και θα τον δοξάσω ακόμη περισσότερον.
  16. Θα χαρίσω εις αυτόν μακρότητα ημερών και θα του φανερώνω σε όλη τη μακρά ζωή του την σωτηρίαν μου.

Τρίτη 28 Μαρτίου 2017

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 087 — (πζ'). «Κύριε ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου, ἡμέρας ἐκέκραξα καὶ ἐν νυκτὶ ἐναντίον σου»

ᾨδὴ ψαλμοῦ τοῖς υἱοῖς Κορέ· εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ μαελὲθ τοῦ ἀποκριθῆναι· συνέσεως Αἰμὰν τῷ Ἰσραηλίτῃ.

  1. Κύριε ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου, ἡμέρας ἐκέκραξα καὶ ἐν νυκτὶ ἐναντίον σου· 
  2. εἰσελθέτω ἐνώπιόν σου ἡ προσευχή μου, κλῖνον τὸ οὖς σου εἰς τὴν δέησίν μου. 
  3. ὅτι ἐπλήσθη κακῶν ἡ ψυχή μου, καὶ ἡ ζωή μου τῷ ᾅδῃ ἤγγισε· 
  4. προσελογίσθην μετὰ τῶν καταβαινόντων εἰς λάκκον, ἐγενήθην ὡσεὶ ἄνθρωπος ἀβοήθητος ἐν νεκροῖς ἐλεύθερος, 
  5. ὡσεὶ τραυματίαι καθεύδοντες ἐν τάφῳ, ὧν οὐκ ἐμνήσθης ἔτι καὶ αὐτοὶ ἐκ τῆς χειρός σου ἀπώσθησαν. 
  6. ἔθεντό με ἐν λάκκῳ κατωτάτῳ, ἐν σκοτεινοῖς καὶ ἐν σκιᾷ θανάτου. 
  7. ἐπ᾿ ἐμὲ ἐπεστηρίχθη ὁ θυμός σου, καὶ πάντας τοὺς μετεωρισμούς σου ἐπήγαγες ἐπ᾿ ἐμέ. (διάψαλμα). 
  8. ἐμάκρυνας τοὺς γνωστούς μου ἀπ᾿ ἐμοῦ, ἔθεντό με βδέλυγμα ἑαυτοῖς, παρεδόθην καὶ οὐκ ἐξεπορευόμην. 
  9. οἱ ὀφθαλμοί μου ἠσθένησαν ἀπὸ πτωχείας· ἐκέκραξα πρὸς σέ, Κύριε, ὅλην τὴν ἡμέραν, διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου· 
  10. μὴ τοῖς νεκροῖς ποιήσεις θαυμάσια; ἢ ἰατροὶ ἀναστήσουσι, καὶ ἐξομολογήσονταί σοι; 
  11. μὴ διηγήσεταί τις ἐν τῷ τάφῳ τὸ ἔλεός σου καὶ τὴν ἀλήθειάν σου ἐν τῇ ἀπωλείᾳ; 
  12. μὴ γνωσθήσεται ἐν τῷ σκότει τὰ θαυμάσιά σου καὶ ἡ δικαιοσύνη σου ἐν γῇ ἐπιλελησμένῃ; 
  13. κἀγὼ πρὸς σέ, Κύριε, ἐκέκραξα, καὶ τὸ πρωΐ ἡ προσευχή μου προφθάσει σε. 
  14. ἱνατί, Κύριε, ἀπωθῇ τὴν ψυχήν μου, ἀποστρέφεις τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ; 
  15. πτωχός εἰμι ἐγὼ καὶ ἐν κόποις ἐκ νεότητός μου, ὑψωθεὶς δὲ ἐταπεινώθην καὶ ἐξηπορήθην. 
  16. ἐπ᾿ ἐμὲ διῆλθον αἱ ὀργαί σου, οἱ φοβερισμοί σου ἐξετάραξάν με, 
  17. ἐκύκλωσάν με ὡσεὶ ὕδωρ ὅλην τὴν ἡμέραν, περιέσχον με ἅμα. 
  18. ἐμάκρυνας ἀπ᾿ ἐμοῦ φίλον καὶ πλησίον καὶ τοὺς γνωστούς μου ἀπὸ ταλαιπωρίας.

Σε απόδοση από τον Φώτη Κόντογλου.

Κύριε, Θεέ της σωτηρίας μου , σε κράζω μέρα και νύχτα.
Ας έρτει ως εσένα η προσευχή μου, γύρε το αυτί σου στο παράπονό μου.
Γιατί γιόμισε πόνο η ψυχή μου, και η ζωή μου άγγιξε τον Άδη.
Λογαριάστηκα με εκείνους που κατεβαίνουν στο λάκκο, απόμεινα σαν άνθρωπος απροστάτευτος, ξεχασμένος μέσα στους νεκρούς.
Σαν τους πληγιασμένους που κοιμούνται μέσα στους τάφους και δεν τους θυμάσαι πια, που τους ξέγραψες απ’ την έννοιά σου.
Με βάλανε μέσα σε βαθύτατο λάκκο, μέσα στο σκοτάδι και τη σκιά του θανάτου.
Απάνω μου ξεθύμανε ο θυμός σου, και όλη την οργή σου απάνω μου την άδειασες.
Ξεμάκρυνες από κοντά μου τους δικούς μου, κατάντησα γι’ αυτουνούς σίχαμα.
Παραδόθηκα και δεν έφυγα, τα μάτια μου θολώσανε απ’ τη φτώχεια.
Φώναξα προς εσένα, Κύριε όλη μέρα, άπλωσα προς εσένα τα χέρια μου.
Μήπως θα κάνεις θάματα στους πεθαμένους; ή οι νεκροί θα αναστηθούνε και θα σε δοξολογήσουν;
Μην τάχα θα διαλαλήσει κανένας μέσα στον τάφο τη σπλαχνιά σου, και την αλήθεια σου μέσα στο χαμό;
Μήπως θα μαθευτούνε τα θάματά σου μέσα στο σκοτάδι; Και η δικαιοσύνη σου σε γη ξεχασμένη;
Κ’ εγώ, Κύριε, φώναξα εσένα να με συντρέξεις, και το πρωί θα σε προφτάξει η προσευχή μου.
Γιατί, Κύριε, αμπώχνεις την ψυχή μου, γιατί γυρίζεις το πρόσωπό σου από μένα;
Εγώ είμαι φτωχός και μέσα στα βάσανα απ’ τα νιάτα μου, κι αφού αναδείχτηκα, πάλι ταπεινώθηκα κ’ έγινα ένα τίποτα.
Από πάνω μου περάσανε οι θυμοί σου, οι φοβέρες σου με ταράξανε, με τριγυρίσανε σα να ‘τανε νερό όλη τη μέρα, και πήγανε να με πνίξουν.
Ξεμάκρυνες από κοντά μου κάθε φίλο και κάθε δικό μου.

Περιοδικό ΕΝΔΟΝ

Τετάρτη 22 Μαρτίου 2017

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 081 — Ἀνάστα Θεός, κρῖνον τὴν γήν...

Ὁ Θεὸς ἔστη ἐν συναγωγῇ Θεῶν, ἐν μέσῳ δὲ θεοὺς διακρινεῖ.
Ἀνάστα, ὁ Θεός, κρῖνον τὴν γῆν, ὅτι σὺ κατακληρονομήσεις ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι.

Ἕως πότε κρίνετε ἀδικίαν, καὶ πρόσωπα ἁμαρτωλῶν λαμβάνετε;
Ἀνάστα, ὁ Θεός, κρῖνον τὴν γήν, ὅτι σὺ κατακληρονομήσεις ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι.
youtube

Κρίνατε ὀρφανῷ καὶ πτωχῷ, ταπεινὸν καὶ πένητα δικαιώσατε.
Ἀνάστα, ὁ Θεός, κρῖνον τὴν γῆν, ὅτι σὺ κατακληρονομήσεις ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι.

Ἐξέλεσθε πένητα καὶ πτωχόν, ἐκ χειρὸς ἁμαρτωλοῦ ῥύσασθε αὐτόν.
Ἀνάστα, ὁ Θεός, κρῖνον τὴν γῆν, ὅτι σὺ κατακληρονομήσεις ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι.

Οὐκ ἔγνωσαν, οὐδὲ συνῆκαν, ἐν σκότει διαπορεύονται, σαλευθήτωσαν πάντα τὰ θεμέλια τῆς γῆς.
Ἀνάστα, ὁ Θεός, κρῖνον τὴν γῆν, ὅτι σὺ κατακληρονομήσεις ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι.

Ἐγὼ εἶπα· Θεοί ἐστε, καὶ υἱοὶ Ὑψίστου πάντες· ὑμεῖς δὲ ὡς ἄνθρωποι ἀποθνῄσκετε, καὶ ὡς εἷς τῶν ἀρχόντων πίπτετε.
Ἀνάστα, ὁ Θεός, κρῖνον τὴν γῆν, ὅτι σὺ κατακληρονομήσεις ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι.

Δευτέρα 13 Μαρτίου 2017

Δαυίδ, Ψαλμὸς 072 — (οβ΄). «... καγώ διαπαντός μετά σου. ...»

Ψαλμὸς τῷ ᾿Ασάφ.

  1. ΩΣ ΑΓΑΘΟΣ ὁ Θεὸς τῷ ᾿Ισραήλ, τοῖς εὐθέσι τῇ καρδίᾳ.
  2. ἐμοῦ δὲ παραμικρὸν ἐσαλεύθησαν οἱ πόδες, παρ᾿ ὀλίγον ἐξεχύθη τὰ διαβήματά μου.
  3. ὅτι ἐζήλωσα ἐπὶ τοῖς ἀνόμοις εἰρήνην ἁμαρτωλῶν θεωρῶν,
  4. ὅτι οὐκ ἔστιν ἀνάνευσις ἐν τῷ θανάτῳ αὐτῶν καὶ στερέωμα ἐν τῇ μάστιγι αὐτῶν·
  5. ἐν κόποις ἀνθρώπων οὐκ εἰσὶ καὶ μετὰ ἀνθρώπων οὐ μαστιγωθήσονται.
  6. διὰ τοῦτο ἐκράτησεν αὐτοὺς ἡ ὑπερηφανία, περιεβάλοντο ἀδικίαν καὶ ἀσέβειαν ἑαυτῶν.
  7. ἐξελεύσεται ὡς ἐκ στέατος ἡ ἀδικία αὐτῶν, διῆλθον εἰς διάθεσιν καρδίας·
  8. διενοήθησαν καὶ ἐλάλησαν ἐν πονηρίᾳ, ἀδικίαν εἰς τὸ ὕψος ἐλάλησαν·
  9. ἔθεντο εἰς οὐρανὸν τὸ στόμα αὐτῶν, καὶ ἡ γλῶσσα αὐτῶν διῆλθεν ἐπὶ τῆς γῆς.
  10. διὰ τοῦτο ἐπιστρέψει ὁ λαός μου ἐνταῦθα, καὶ ἡμέραι πλήρεις εὑρεθήσονται ἐν αὐτοῖς.
  11. καὶ εἶπαν· πῶς ἔγνω ὁ Θεός; καὶ εἰ ἔστι γνῶσις ἐν τῷ ῾Υψίστῳ;
  12. ἰδοὺ οὗτοι οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ εὐθηνοῦντες· εἰς τὸν αἰῶνα κατέσχον πλούτου.
  13. καὶ εἶπα· ἄρα ματαίως ἐδικαίωσα τὴν καρδίαν μου καὶ ἐνιψάμην ἐν ἀθῴοις τὰς χεῖράς μου·
  14. καὶ ἐγενόμην μεμαστιγωμένος ὅλην τὴν ἡμέραν, καὶ ὁ ἔλεγχός μου εἰς τὰς πρωΐας.
  15. εἰ ἔλεγον· διηγήσομαι οὕτως, ἰδοὺ τῇ γενεᾷ τῶν υἱῶν σου ἠσυνθέτηκα.
  16. καὶ ὑπέλαβον τοῦ γνῶναι τοῦτο· κόπος ἐστὶν ἐνώπιόν μου,
  17. ἕως εἰσέλθω εἰς τὸ ἁγιαστήριον τοῦ Θεοῦ καὶ συνῶ εἰς τὰ ἔσχατα αὐτῶν.
  18. πλὴν διὰ τὰς δολιότητας αὐτῶν ἔθου αὐτοῖς κακά, κατέβαλες αὐτοὺς ἐν τῷ ἐπαρθῆναι.
  19. πῶς ἐγένοντο εἰς ἐρήμωσιν ἐξάπινα· ἐξέλιπον, ἀπώλοντο διὰ τὴν ἀνομίαν αὐτῶν.
  20. ὡσεὶ ἐνύπνιον ἐξεγειρομένου, Κύριε, ἐν τῇ πόλει σου τὴν εἰκόνα αὐτῶν ἐξουδενώσεις.
  21. ὅτι ἐξεκαύθη ἡ καρδία μου, καὶ οἱ νεφροί μου ἠλλοιώθησαν,
  22. κἀγὼ ἐξουδενωμένος καὶ οὐκ ἔγνων, κτηνώδης ἐγενόμην παρά σοι.
  23. κἀγὼ διαπαντὸς μετὰ σοῦ, ἐκράτησας τῆς χειρὸς τῆς δεξιᾶς μου
  24. καὶ ἐν τῇ βουλῇ σου ὡδήγησάς με καὶ μετὰ δόξης προσελάβου με.
  25. τί γάρ μοι ὑπάρχει ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ παρὰ σοῦ τί ἠθέλησα ἐπὶ τῆς γῆς;
  26. ἐξέλιπεν ἡ καρδία μου καὶ ἡ σάρξ μου, ὁ Θεὸς τῆς καρδίας μου καὶ ἡ μερίς μου ὁ Θεὸς εἰς τὸν αἰῶνα.
  27. ὅτι ἰδοὺ οἱ μακρύνοντες ἑαυτοὺς ἀπὸ σοῦ ἀπολοῦνται, ἐξωλόθρευσας πάντα τὸν πορνεύοντα ἀπὸ σοῦ.
  28. ἐμοὶ δὲ τὸ προσκολλᾶσθαι τῷ Θεῷ ἀγαθόν ἐστι, τίθεσθαι ἐν τῷ Κυρίῳ τὴν ἐλπίδα μου τοῦ ἐξαγγεῖλαί με πάσας τὰς αἰνέσεις σου ἐν ταῖς πύλαις τῆς θυγατρὸς Σιών.

Κατά τη Μετάφραση Ο'


Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

Δαυίδ, Ψαλμὸς 062 — (ξβ'). «ἐν τοι̃ς ὄρθροις ἐμελέτων εἰς σέ ὅτι ἐγενήθης βοηθός μου»

1. ψαλμὸς τω̨̃ Δαυιδ ἐν τω̨̃ εἰ̃ναι αὐτὸν ἐν τη̨̃ ἐρήμω̨ τη̃ς Ιουδαίας 
2. ὁ θεὸς ὁ θεός μου πρὸς σὲ ὀρθρίζω ἐδίψησέν σοι ἡ ψυχή μου 
ποσαπλω̃ς σοι ἡ σάρξ μου ἐν γη̨̃ ἐρήμω̨ καὶ ἀβάτω̨ καὶ ἀνύδρω̨ 

3. οὕτως ἐν τω̨̃ ἁγίω̨ ὤφθην σοι του̃ ἰδει̃ν τὴν δύναμίν σου καὶ τὴν δόξαν σου

4. ὅτι κρει̃σσον τὸ ἔλεός σου ὑπὲρ ζωάς τὰ χείλη μου ἐπαινέσουσίν σε

5. οὕτως εὐλογήσω σε ἐν τη̨̃ ζωη̨̃ μου ἐν τω̨̃ ὀνόματί σου ἀρω̃ τὰς χει̃ράς μου

6. ὡσεὶ στέατος καὶ πιότητος ἐμπλησθείη ἡ ψυχή μου καὶ χείλη ἀγαλλιάσεως αἰνέσει τὸ στόμα μου

7. εἰ ἐμνημόνευόν σου ἐπὶ τη̃ς στρωμνη̃ς μου ἐν τοι̃ς ὄρθροις ἐμελέτων εἰς σέ 

8. ὅτι ἐγενήθης βοηθός μου καὶ ἐν τη̨̃ σκέπη̨ τω̃ν πτερύγων σου ἀγαλλιάσομαι 

9.ἐκολλήθη ἡ ψυχή μου ὀπίσω σου ἐμου̃ ἀντελάβετο ἡ δεξιά σου
10. αὐτοὶ δὲ εἰς μάτην ἐζήτησαν τὴν ψυχήν μου εἰσελεύσονται εἰς τὰ κατώτατα τη̃ς γη̃ς

11. παραδοθήσονται εἰς χει̃ρας ῥομφαίας μερίδες ἀλωπέκων ἔσονται 

12. ὁ δὲ βασιλεὺς εὐφρανθήσεται ἐπὶ τω̨̃ θεω̨̃ ἐπαινεσθήσεται πα̃ς ὁ ὀμνύων ἐν αὐτω̨̃ ὅτι ἐνεφράγη στόμα λαλούντων ἄδικα
==========================
Και πάλιν. 

Εν τοις όρθροις εμελέτων εις σε, ότι εγενήθης βοηθός μου, και εν τη σκέπη των πτερύγων σου αγαλλιάσομαι. Εκολλήθη η ψυχή μου οπίσω σου, εμού δε αντελάβετο η δεξιά σου.

Δόξα, και νυν.
Αλληλούια, αλληλούια, αλληλούια, δόξα σοι, ο Θεός.
Κύριε ελέησον.
Δόξα, και νυν.

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2017

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 050 — Το «Tραγούδι» της Μετάνοιας

ΕΛΕΗΣΟΝ με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου 
καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου 
ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου· 

ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου 
καὶ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. 

ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω, 
καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μού ἐστι διαπαντός.

σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, 
ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις σου, 
καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε. 

ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, 
καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. 

ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, 
τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας σου ἐδήλωσάς μοι. 

ραντιεῖς με ὑσσώπῳ, καὶ καθαρισθήσομαι, 
πλυνεῖς με, καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι. 

ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καὶ εὐφροσύνην, 
ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. 

ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου 
καὶ πάσας τὰς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. 

καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, 
καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. 

μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου σου 
καὶ τὸ πνεῦμά σου τὸ ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ. 

ἀπόδος μοι τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου 
καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. 

διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς σου, 
καὶ ἀσεβεῖς ἐπὶ σὲ ἐπιστρέψουσι. 

ρῦσαί με ἐξ αἱμάτων, ὁ Θεὸς ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου· 
ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τὴν δικαιοσύνην σου. 

Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, 
καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου. 

ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν· 
ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. 

θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον,
 καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην 
ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει. 

ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ σου τὴν Σιών, 
καὶ οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη ῾Ιερουσαλήμ· 

τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, 
ἀναφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα· 
τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν σου μόσχους.


Αν θέλετε να διαβάσετε την ιστορία αυτού του Ψαλμού και την ερμηνεία του, 
πηγαίνετε στη Βασιλεία των Ουρανών 

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2017

Δαυίδ, Ψαλμὸς 041 — (μα'). Ὅν τρόπον ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων...

 2 Ὅν τρόπον ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων, οὕτως ἐπιποθεῖ ἡ ψυχή μου πρός σέ, ὁ Θεός.

Όπως η ελαφίνα αποζητάει τα τρεχούμενα νερά έτσι η ψυχή μου σ' αποζητάει Θεέ μου!
3 ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου πρὸς τὸν Θεόν, τὸν ἰσχυρόν, τὸν ζῶντα· πότε ἥξω καὶ ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ;

Είν' η ψυχή μου διψασμένη για το Θεό, για τον αληθινό Θεό. Πότε θα 'ρθώ να δω το πρόσωπό σου, Θεέ μου;

4 ἐγενήθη τὰ δάκρυά μου ἐμοὶ ἄρτος ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἐν τῷ λέγεσθαί μοι καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν· ποῦ ἐστιν ὁ Θεός σου;

Τα δάκρυά μου είναι ψωμί για μένα μέρα νύχτα, όταν ακούω να μου λένε ολημερίς, «πού είναι ο Θεός σου;»

5 ταῦτα ἐμνήσθην καὶ ἐξέχεα ἐπ᾿ ἐμὲ τὴν ψυχήν μου, ὅτι διελεύσομαι ἐν τόπῳ σκηνῆς θαυμαστῆς ἕως τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ ἐν φωνῇ ἀγαλλιάσεως καὶ ἐξομολογήσεως ἤχου ἑορτάζοντος.

Θυμάμαι -και λιώνει μέσα μου η καρδιά- όταν με ένδοξη, πολυπληθή πορεία βάδιζα προς τον οίκο του Θεού, μες σε φωνές χαράς κι ευχαριστίας, στο θόρυβο των πανηγυριστών.

6 ἱνατί περίλυπος εἶ, ἡ ψυχή μου, καὶ ἱνατί συνταράσσεις με; ἔλπισον ἐπὶ τὸν Θεόν, ὅτι ἐξομολογήσομαι αὐτῷ· σωτήριον τοῦ προσώπου μου καὶ ὁ Θεός μου.

Ψυχή μου, γιατί λυπάσαι και μ' αναστατώνεις; Έλπιζε στο Θεό· θα τον υμνήσω πάλι της ύπαρξής μου το σωτήρα και Θεό μου.


7 πρὸς ἐμαυτὸν ἡ ψυχή μου ἐταράχθη· διὰ τοῦτο μνησθήσομαί σου ἐκ γῆς Ἰορδάνου καὶ Ἐρμωνιείμ, ἀπὸ ὄρους μικροῦ.

Θλίβεται μέσα μου η ψυχή μου· για τούτο, Κύριε, θα σε θυμηθώ απ' του Ιορδάνη τις πηγές, πλάι στο βουνό Μισάρ, κι απ' του Ερμών τα υψώματα.

8 ἄβυσσος ἄβυσσον ἐπικαλεῖται εἰς φωνὴν τῶν καταῤῥακτῶν σου, πάντες οἱ μετεωρισμοί σου καὶ τὰ κύματά σου ἐπ᾿ ἐμὲ διῆλθον.

Η μια στην άλλη άβυσσο φωνάζει με των καταρραχτών σου τη βοή· όλα τα κύματά σου κι οι φουρτούνες σου πέρασαν από πάνω μου.


9 ἡμέρας ἐντελεῖται Κύριος τὸ ἔλεος αὐτοῦ, καὶ νυκτὸς ᾠδὴ αὐτῷ παρ᾿ ἐμοί, προσευχὴ τῷ Θεῷ τῆς ζωῆς μου.

Τη μέρα στέλνει ο Κύριος το έλεός του, κι εγώ θα λέω τη νύχτα το τραγούδι του, την προσευχή μου στης ζωής μου το Θεό.

10 ἐρῶ τῷ Θεῷ· ἀντιλήπτωρ μου εἶ· διατί μου ἐπελάθου; καὶ ἱνατί σκυθρωπάζων πορεύομαι ἐν τῷ ἐκθλίβειν τὸν ἐχθρόν μου;

Θα λέω στο Θεό, στο βράχο μου: «Γιατί μ' απολησμόνησες; γιατί να ζω με λύπη, κάτω απ' του εχθρού μου την καταπίεση;»

11 ἐν τῷ καταθλᾶσθαι τὰ ὀστᾶ μου ὠνείδιζόν με οἱ ἐχθροί μου, ἐν τῷ λέγειν αὐτούς μοι καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν· Ποῦ ἐστιν ὁ Θεός σου;

Τσακίζονται τα κόκαλά μου όταν μ' εξευτελίζουν οι δυνάστες μου, καθώς μου λένε ολημερίς, «πού είναι ο Θεός σου;»

12 ἱνατί περίλυπος εἶ, ἡ ψυχή μου; καὶ ἱνατί συνταράσσεις με; ἔλπισον ἐπὶ τὸν Θεόν, ὅτι ἐξομολογήσομαι αὐτῷ· σωτήριον τοῦ προσώπου μου καὶ ὁ Θεός μου.

Ψυχή μου, γιατί λυπάσαι και μ' αναστατώνεις; Έλπιζε στο Θεό· θα τον υμνήσω πάλι της ύπαρξής μου το σωτήρα και Θεό μου.

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2017

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 037 — (λζ'). «μή ἐγκαταλίπη̨ς με κύριε ὁ θεός μου»

ψαλμὸς τω̨̃ Δαυιδ εἰς ἀνάμνησιν περὶ σαββάτου
κύριε μὴ τω̨̃ θυμω̨̃ σου ἐλέγξη̨ς με μηδὲ τη̨̃ ὀργη̨̃ σου παιδεύση̨ς με.
ὅτι τὰ βέλη σου ἐνεπάγησάν μοι καὶ ἐπεστήρισας ἐπ' ἐμὲ τὴν χει̃ρά σου.
οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τη̨̃ σαρκί μου ἀπὸ προσώπου τη̃ς ὀργη̃ς σου οὐκ ἔστιν εἰρήνη τοι̃ς ὀστέοις μου ἀπὸ προσώπου τω̃ν ἁμαρτιω̃ν μου.
ὅτι αἱ ἀνομίαι μου ὑπερη̃ραν τὴν κεφαλήν μου ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ' ἐμέ
προσώζεσαν καὶ ἐσάπησαν οἱ μώλωπές μου ἀπὸ προσώπου τη̃ς ἀφροσύνης μου
ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην
ὅτι αἱ ψύαι μου ἐπλήσθησαν ἐμπαιγμω̃ν καὶ οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τη̨̃ σαρκί μου
ἐκακώθην καὶ ἐταπεινώθην ἕως σφόδρα ὠρυόμην ἀπὸ στεναγμου̃ τη̃ς καρδίας μου.
κύριε ἐναντίον σου πα̃σα ἡ ἐπιθυμία μου καὶ ὁ στεναγμός μου ἀπὸ σου̃ οὐκ ἐκρύβη
ἡ καρδία μου ἐταράχθη ἐγκατέλιπέν με ἡ ἰσχύς μου καὶ τὸ φω̃ς τω̃ν ὀφθαλμω̃ν μου καὶ αὐτὸ οὐκ ἔστιν μετ' ἐμου̃
οἱ φίλοι μου καὶ οἱ πλησίον μου ἐξ ἐναντίας μου ἤγγισαν καὶ ἔστησαν καὶ οἱ ἔγγιστά μου ἀπὸ μακρόθεν ἔστησαν
καὶ ἐξεβιάσαντο οἱ ζητου̃ντες τὴν ψυχήν μου καὶ οἱ ζητου̃ντες τὰ κακά μοι ἐλάλησαν ματαιότητας καὶ δολιότητας ὅλην τὴν ἡμέραν ἐμελέτησαν
ἐγὼ δὲ ὡσεὶ κωφὸς οὐκ ἤκουον καὶ ὡσεὶ ἄλαλος οὐκ ἀνοίγων τὸ στόμα αὐτου̃
καὶ ἐγενόμην ὡσεὶ ἄνθρωπος οὐκ ἀκούων καὶ οὐκ ἔχων ἐν τω̨̃ στόματι αὐτου̃ ἐλεγμούς
ὅτι ἐπὶ σοί κύριε ἤλπισα σὺ εἰσακούση̨ κύριε ὁ θεός μου
ὅτι εἰ̃πα μήποτε ἐπιχαρω̃σίν μοι οἱ ἐχθροί μου καὶ ἐν τω̨̃ σαλευθη̃ναι πόδας μου ἐπ' ἐμὲ ἐμεγαλορρημόνησαν
ὅτι ἐγὼ εἰς μάστιγας ἕτοιμος καὶ ἡ ἀλγηδών μου ἐνώπιόν μου διὰ παντός
ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ ἀναγγελω̃ καὶ μεριμνήσω ὑπὲρ τη̃ς ἁμαρτίας μου
οἱ δὲ ἐχθροί μου ζω̃σιν καὶ κεκραταίωνται ὑπὲρ ἐμέ καὶ ἐπληθύνθησαν οἱ μισου̃ντές με ἀδίκως
οἱ ἀνταποδιδόντες κακὰ ἀντὶ ἀγαθω̃ν ἐνδιέβαλλόν με ἐπεὶ κατεδίωκον δικαιοσύνην καὶ ἀπέρριψάν με τὸν ἀγαπητὸν ὡσεὶ νεκρὸν ἐβδελυγμένον
μὴ ἐγκαταλίπη̨ς με κύριε ὁ θεός μου μὴ ἀποστη̨̃ς ἀπ' ἐμου̃
πρόσχες εἰς τὴν βοήθειάν μου κύριε τη̃ς σωτηρίας μου
============
Και πάλιν. Μη εγκαταλίπης με, Κύριε ο Θεός μου, μη αποστής απ' εμού. Πρόσχες εις την βοήθειάν μου, Κύριε της σωτηρίας μου.


06-Feb-2017, 17037

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2017

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 033 — Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν, οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ.

Rei David by Gerard Van Honthorst
ΕΥΛΟΓΗΣΩ τὸν Κύριον ἐν παντὶ καιρῷ, 
διὰ παντὸς ἡ αἴνεσις αὐτοῦ ἐν τῷ στόματί μου. 
ἐν τῷ Κυρίῳ ἐπαινεθήσεται ἡ ψυχή μου·
ἀκουσάτωσαν πρᾳεῖς, καὶ εὐφρανθήτωσαν. 
μεγαλύνατε τὸν Κύριον σὺν ἐμοί, 
καὶ ὑψώσωμεν τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐπὶ τὸ αὐτό. 
ἐξεζήτησα τὸν Κύριον, καὶ ἐπήκουσέ μου 
καὶ ἐκ πασῶν τῶν θλίψεών μου ἐῤῥύσατό με. 
προσέλθετε πρὸς αὐτὸν καὶ φωτίσθητε, 
καὶ τὰ πρόσωπα ὑμῶν οὐ μὴ καταισχυνθῇ. 
οὗτος ὁ πτωχὸς ἐκέκραξε καὶ ὁ Κύριος εἰσήκουσεν αὐτοῦ 
καὶ ἐκ πασῶν τῶν θλίψεων αὐτοῦ ἔσωσεν αὐτόν. 
παρεμβαλεῖ ἄγγελος Κυρίου κύκλῳ τῶν φοβουμένων αὐτὸν 
καὶ ῥύσεται αὐτούς. 
γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος· 
μακάριος ἀνήρ, ὃς ἐλπίζει ἐπ᾿ αὐτόν. 
φοβήθητε τὸν Κύριον πάντες οἱ ἅγιοι αὐτοῦ, 
ὅτι οὐκ ἔστιν ὑστέρημα τοῖς φοβουμένοις αὐτόν. 
πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν, 
οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ. 
δεῦτε, τέκνα, ἀκούσατέ μου· φόβον Κυρίου διδάξω ὑμᾶς. 
τίς ἐστιν ἄνθρωπος ὁ θέλων ζωήν, 
ἀγαπῶν ἡμέρας ἰδεῖν ἀγαθάς; 
παῦσον τὴν γλῶσσάν σου ἀπὸ κακοῦ 
καὶ χείλη σου τοῦ μὴ λαλῆσαι δόλον. 
ἔκκλινον ἀπὸ κακοῦ καὶ ποίησον ἀγαθόν, 
ζήτησον εἰρήνην καὶ δίωξον αὐτήν. 
ὀφθαλμοὶ Κυρίου ἐπὶ δικαίους, 
καὶ ὦτα αὐτοῦ εἰς δέησιν αὐτῶν. 
πρόσωπον δὲ Κυρίου ἐπὶ ποιοῦντας κακὰ 
τοῦ ἐξολοθρεῦσαι ἐκ γῆς τὸ μνημόσυνον αὐτῶν. 
ἐκέκραξαν οἱ δίκαιοι, καὶ ὁ Κύριος εἰσήκουσεν αὐτῶν, 
καὶ ἐκ πασῶν τῶν θλίψεων αὐτῶν ἐῤῥύσατο αὐτούς. 
ἐγγὺς Κύριος τοῖς συντετριμμένοις τὴν καρδίαν 
καὶ τοὺς ταπεινοὺς τῷ πνεύματι σώσει. 
πολλαὶ αἱ θλίψεις τῶν δικαίων, 
καὶ ἐκ πασῶν αὐτῶν ῥύσεται αὐτοὺς ὁ Κύριος· 
φυλάσσει Κύριος πάντα τὰ ὀστᾶ αὐτῶν, 
ἓν ἐξ αὐτῶν οὐ συντριβήσεται. 
θάνατος ἁμαρτωλῶν πονηρός, 
καὶ οἱ μισοῦντες τὸν δίκαιον πλημμελήσουσι. 
λυτρώσεται Κύριος ψυχὰς δούλων αὐτοῦ, 
καὶ οὐ μὴ πλημμελήσουσι πάντες οἱ ἐλπίζοντες ἐπ᾿ αὐτόν.