Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεγάλη Παρασκευή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεγάλη Παρασκευή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 30 Απριλίου 2021

Σέ τόν ἀναβαλλόμενον τό φῶς: «Πῶς νά σέ κηδεύσω, Θεέ μου;»

«Σέ τόν ἀναβαλλόμενον τό φῶς ὥσπερ ἱμάτιον
καθελών Ἰωσήφ ἀπό τοῦ ξύλου σύν Νικοδήμῳ
καί θεωρήσας νεκρόν, γυμνόν, ἄταφον,
εὐσυμπάθητον θρῆνον ἀναλαβών,
ὀδυρόμενος ἔλεγεν∙
Οἴμοι, γλυκύτατε Ἰησοῦ!
ὅν πρό μικροῦ ὁ ἥλιος ἐν σταυρῷ κρεμάμενον
θεασάμενος ζόφον περιεβάλλετο
καί ἡ γῆ τῷ φόβῳ ἐκυμαίνετο
καί διεῤῥήγνυτο ναοῦ τό καταπέτασμα·
ἀλλ᾽ ἰδού νῦν βλέπω σε δι᾽ ἐμέ
ἑκουσίως ὑπελθόντα θάνατον.
Πῶς σε κηδεύσω, Θεέ μου;
ἤ πῶς σινδόσιν εἱλήσω;
Ποίαις χερσί δέ προσψαύσω τό σόν ἀκήρατον σῶμα;
ἤ ποῖα ᾄσματα μέλψω τῇ σῇ ἐξόδῳ οἰκτίρμον;
Μεγαλύνω τά πάθη σου, ὑμνολογῶ καί τήν ταφήν σου
σύν τῇ ἀναστάσει, κραυγάζων·
Κύριε, δόξα σοι».
Ὅταν ὁ Ἰωσήφ μαζί μέ τό Νικόδημο,
κατέβασε ἀπό τό ξύλο ἐσένα,
πού φορᾶς σάν ἱμάτιο τό φῶς, καί σέ εἶδε νεκρό, γυμνό καί ἄταφο,
θρῆνο γεμάτο συμπάθεια άρχισε καί κλαίοντας ἔλεγε:
Ἀλίμονο σ᾽ ἐμένα, γλυκύτατε Ἰησοῦ!
Πρίν ἀπό λίγο ὁ ἥλιος, βλέποντάς σε νά κρέμεσαι στό σταυρό,
ντύθηκε στό σκοτάδι καί ἡ γῆ ἀπό τό φόβο της κλονιζόταν
καί σχίστηκε σέ δύο τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ.
Ἀλλ᾽ ὅμως τώρα κατανοῶ ὅτι γιά μένα ὑπέστης θάνατο.
Πῶς νά σέ κηδεύσω, Θεέ μου;
Ἤ πῶς νά σέ τυλίξω σέ σεντόνια;
Μέ ποιά τραγούδια θά ψάλλω κατά τήν ἐκφορά σου,
εὐσπλαχνικέ Κύριε;
Δοξολογῶ τά πάθη σου,
ἀπευθύνω ὕμνους στήν ταφή σου
μαζί μέ τήν Ἀνάστασή σου, κραυγάζοντας:
Κύριε, δόξα σοι.

Συγκλονιστικότατος ὁ ἐπιτάφιος θρῆνος τοῦ Ἰωσήφ!
Τοῦ ἀνθρώπου πού ἦταν τόσο κοντινός στόν Κύριο, τόν ἀγαποῦσε θερμά, καί βουβός παρακολουθοῦσε τό δράμα του, πνιγμένος στόν πόνο καί τά δάκρυα, καί ὁ ὁποῖος, μόνος ἀπό ὅλους τούς μαθητές, ἀψηφώντας τή ζωή καί τό ἀξίωμά του, τόλμησε νά ἐνταφιάσει τό Διδάσκαλο! Μεγάλη ἀγάπη, μεγάλη ἀφοσίωση, μεγάλη τιμή στόν εὐσχήμονα βουλευτή!

Ὁ Θεός τόν σήκωσε πολύ ψηλά, στή δική του εὐπρέπεια καί δόξα!
Ἐσένα Κύριε μου, τοῦ ἔλεγε, πρό ὀλίγου σέ εἶδε ὁ ἥλιος καί ἔκρυψε τό φῶς του γιά τό ἀληθινό σου κατάντημα, ἐνῶ ἡ γῆ συγκλονιζόταν ἀπό τό φόβο της, καί τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ σχίστηκε στά δύο. Κατανοῶ ὅμως, Κύριε, ὅτι τό θάνατο ὑπέστης ὄχι ἀπό ἀδυναμία, ἀλλά μέ τή δική σου θέληση, χωρίς κανέναν ἐξαναγκασμό, γιά νά μέ σώσεις ἀπό τό θάνατο.
Ἀλήθεια, πῶς νά σέ κηδεύσω, Θεέ μου; Πῶς νά τυλίξω σέ σεντόνι τό σῶμα τοῦ Θεοῦ μου, νά τό ἀγγίξω μέ τά ἀκάθαρτα χέρια μου; Ποιά τραγούδια νά πῶ, ὅταν σέ κηδέψω, εὐσπλαχνικέ Κύριέ μου, πού εἶσαι ἡ μολπή καί τό τραγούδι τῶν Ἀγγέλων;
Ναί, θά δοξολογήσω ὅσα ὑπέφερες γιά μένα, τά πάθη σου καί τήν ταφή σου, μαζί μέ τή λαμπροφόρο καί ἔνδοξη Ἀνάστασή σου, βοώντας: Κύριε, δόξα σοι!

Παρασκευή 17 Απριλίου 2020

Ο Μεγάλος «Ξένος» (δός μοι τοῦτον τόν ξένον)

Τὸν ἥλιον κρύψαντα τὰς ἰδίας ἀκτίνας,
καὶ τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ διαρραγέν, τῷ τοῦ Σωτῆρος θανάτῳ,
ὁ Ἰωσὴφ θεασάμενος, προσῆλθε τῷ Πιλάτῳ καὶ καθικετεύει λέγων·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα ἐν κόσμῳ·

δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ὁμόφυλοι μισοῦντες θανατοῦσιν ὡς ξένον·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ξενίζομαι βλέπειν τοῦ θανάτου τὸ ξένον·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὅστις οἶδεν ξενίζειν τοὺς πτωχούς τε καὶ ξένους·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν Ἑβραῖοι τῷ φθόνῳ ἀπεξένωσαν κόσμῳ·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ἵνα κρύψω ἐν τάφῳ, ὃς ὡς ξένος οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλῖναι·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ἡ Μήτηρ καθορῶσα νεκρωθέντα ἐβόα·
Ὦ Υἱὲ καὶ Θεέ μου, εἰ καὶ τὰ σπλάγχνα τιτρώσκομαι,
καὶ καρδίαν σπαράττομαι, νεκρόν σε καθορῶσα,
ἀλλὰ τῇ σῇ ἀναστάσει θαρροῦσα μεγαλύνω.
Καὶ τούτοις τοίνυν τοῖς λόγοις δυσωπῶν τὸν Πιλᾶτον
ὁ εὐσχήμων λαμβάνει τοῦ Σωτῆρος τὸ σῶμα,
ὃ καὶ φόβῳ ἐν σινδόνι ἐνειλήσας καὶ σμύρνῃ, κατέθετο ἐν τάφῳ
τὸν παρέχοντα πᾶσι ζωὴν αἰώνιον καὶ τὸ μέγα ἔλεος.


youtube
Μεταγραφή

Τον ήλιο που έκρυψε τις ίδιες του τις ακτίνες
και το καταπέτασμα του ναού που διερράγη, λόγω του θανάτου του Σωτήρος,
ο Ιωσήφ όταν τα είδε, προσήλθε στον Πιλάτο και θερμά ικετεύει λέγοντας:
Δώσε μου αυτόν τον ξένο, που από βρέφος σαν ξένος φιλοξενήθηκε στον κόσμο.
Δώσε μου αυτόν τον ξένο, που οι ομόφυλοι από μίσος τον θανατώνουν σαν ξένο.
Δώσε μου αυτόν τον ξένο, που με ξενίζει να βλέπω του θανάτου του το παράξενο.
Δώσε μου αυτόν τον ξένο, που ήξερε να φιλοξενεί τους πτωχούς και τους ξένους.
Δώσε μου αυτόν τον ξένο, που οι Εβραίοι από φθόνο τον απεξένωσαν από τον κόσμο.
Δώσε μου αυτόν τον ξένο, για να κρύψω σε τάφο, που σαν ξένος δεν είχε που να γείρει το κεφάλι.
Δώσε μου αυτόν τον ξένο, που βλέποντάς τον νεκρό η Μητέρα φώναζε:
Ω, Υιέ μου και Θεέ μου, αν και στα σπλάχνα πληγώνομαι και στην καρδιά σπαράζω που σε βλέπω νεκρό,
αλλά αναθαρρώντας από την ανάστασή σου, δοξάζω.
Και με τα λόγια αυτά ικετεύοντας τον Πιλάτο ο άρχοντας
λαμβάνει του Σωτήρος το σώμα,
που και με φόβο το τύλιξε σε σεντόνι και σε σμύρνα
και το έβαλε σε τάφο,
αυτόν που παρέχει σε όλους ζωή αιώνια και το μεγάλο έλεος.
☦ ☦ ☦ ☦ ☦ ☦ ☦
Ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, επισκέφθηκε τον Πιλάτο και εζήτησε τό πανακήρατο Σώμα του Χριστού, που ακόμη ήταν επάνω στο Σταυρό, για να το ενταφιάσει.
Ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου, παίρνοντας αφορμή από την ευαγγελική διήγηση, συνθέτει μιά υπέροχη ομιλία, όπου εμφανίζει τόν Ιωσήφ να λέγει προς τον Πιλάτο: “δός μοι τούτον τόν Ξένον”.
Ο ύμνος αυτός διαβάζεται ή ακούγεται στις εκκλησίες τη Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ μετά την περιφορά του επιταφίου.

Απόσπασμα από τον λόγο του Αγίου Επιφανίου, Αρχιεπισκόπου Κύπρου (4ος — 5ος αι.)
agiosminas

Παρασκευή 6 Απριλίου 2018

«Κύματι θαλάσσης» - (στη μνήμη της γιαγιάς Βασιλικής)


«Κύματι θαλάσσης, 
τὸν κρύψαντα πάλαι, διώκτην τύραννον, 
ὑπὸ γῆς ἔκρυψαν, τῶν σεσωσμένων οἱ Παῖδες, 
ἀλλ' ἡμεῖς ὡς αἱ Νεάνιδες, τῷ Κυρίῳ ᾄσωμεν. 
Ἐνδόξως γάρ δεδόξασται».

Οἱ Παῖδες τῶν σεσωσμένων 
ἔκρυψαν ὑπὸ γῆς τὸν κρύψαντα διώκτην τύραννον 
πάλαι κύματι θαλάσσης, 
ἀλλ' ἡμεῖς ὡς αἱ Νεάνιδες, τῷ Κυρίῳ ᾄσωμεν. 
Ἐνδόξως γάρ δεδόξασται.

στη μνήμη της γιαγιάς Βασιλικής