και το καταπέτασμα του ναού που διερράγη, λόγω του θανάτου του Σωτήρος,
ο Ιωσήφ όταν τα είδε, προσήλθε στον Πιλάτο και θερμά ικετεύει λέγοντας:
Δώσε μου αυτόν τον ξένο, που από βρέφος σαν ξένος φιλοξενήθηκε στον
κόσμο.
Δώσε μου αυτόν τον ξένο, που οι ομόφυλοι από μίσος τον θανατώνουν σαν
ξένο.
Δώσε μου αυτόν τον ξένο, που με ξενίζει να βλέπω του θανάτου του το
παράξενο.
Δώσε μου αυτόν τον ξένο, που ήξερε να φιλοξενεί τους πτωχούς και τους
ξένους.
Δώσε μου αυτόν τον ξένο, που οι Εβραίοι από φθόνο τον απεξένωσαν από τον
κόσμο.
Δώσε μου αυτόν τον ξένο, για να κρύψω σε τάφο, που σαν ξένος δεν είχε που
να γείρει το κεφάλι.
Δώσε μου αυτόν τον ξένο, που βλέποντάς τον νεκρό η Μητέρα φώναζε:
Ω, Υιέ μου και Θεέ μου, αν και στα σπλάχνα πληγώνομαι και στην καρδιά
σπαράζω που σε βλέπω νεκρό,
αλλά αναθαρρώντας από την ανάστασή σου, δοξάζω.
Και με
τα λόγια
αυτά ικετεύοντας τον Πιλάτο ο άρχοντας
λαμβάνει του Σωτήρος το σώμα,
που και με φόβο το τύλιξε σε σεντόνι και σε σμύρνα
και το έβαλε σε τάφο,
αυτόν που παρέχει σε όλους ζωή αιώνια και το μεγάλο έλεος.
☦ ☦ ☦ ☦ ☦ ☦ ☦
Ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, επισκέφθηκε τον Πιλάτο και εζήτησε τό πανακήρατο
Σώμα του Χριστού, που ακόμη ήταν επάνω στο Σταυρό, για να το ενταφιάσει.
Ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου, παίρνοντας αφορμή από την ευαγγελική διήγηση,
συνθέτει μιά υπέροχη ομιλία, όπου εμφανίζει τόν Ιωσήφ να λέγει προς τον
Πιλάτο: “δός μοι τούτον τόν Ξένον”.
Ο ύμνος αυτός διαβάζεται ή ακούγεται στις εκκλησίες τη Μεγάλη Παρασκευή
το βράδυ μετά την περιφορά του επιταφίου.