Ιταλοβυζαντινό (;) αντίγραφο του 13ου αιώνα της Παναγίας Αγιοσορίτισσας. Διαστάσεις 65 Χ 103 εκ. Σήμερα βρίσκεται στην εκκλησία Chiesa di Santa Maria Maggiore, Τίβολι.
Άσμα Ασμάτων, ξυλογραφία του Τάσσου για τη μεταγραφή του Γιώργου Σεφέρη, 1965.
Τραγούδι Δ'
Η ΝΥΦΗ Εγώ κοιμούμαι κι η καρδιά μου ξαγρυπνά. Φωνή του αγαπημένου· χτυπά την πόρτα. -«άνοιξε, αδερφή μου, ταίρι μου, περιστέρα μου, πανέμνοστή μου, τι το κεφάλι μου το νότισε η δροσιά και τους βοστρύχους μου τ᾽ αγιάζι της νυχτός». -«Γδύθηκα το χιτώνα μου, πώς να τον φορέσω; Ένιψα τα πόδια μου, πώς να τα λερώσω;» Έσυρε το χέρι του ο αγαπημένος στης κλειδωνιάς το μάτι3 και θροήθηκαν τα σπλάχνα μου γι᾽ αυτόν. Σηκώθηκα ν᾽ ανοίξω στον αγαπημένο μου· έσταξε σμύρνα από τα χέρια μου, τα δάχτυλά μου γέμισαν σμύρνα σαν άγγιξα το μάνταλο της κλειδωνιάς. Άνοιξα στον αγαπημένο μου· ο αγαπημένος είχε περάσει· βγήκε η ψυχή μου ακολουθώντας τον· τονε ζήτησα και δεν τον βρήκα, τονε φώναξα, δε μ᾽ άκουσε. Μ᾽ ήβραν οι φύλακες που τριγυρνούν στην πολιτεία, με χτύπησαν, με πλήγωσαν, πήραν τη μαντίλα μου από πάνω μου αυτοί που φυλάγουν τα τείχη. Σας εξορκίζω, θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, στις δύναμες και στις ορμές του αγρού α βρείτε τον αγαπημένο μου τι θα του πείτε; Πως είμαι λαβωμένη της αγάπης.
Ο ΧΟΡΟΣ Μα τι έχει ο αγαπημένος σου, πάνω απ᾽ τους άλλους, συ πεντάμορφη; Μα τι έχει ο αγαπημένος σου πάνω απ᾽ τους άλλους για να μας εξορκίζεις τόσο;
Η ΝΥΦΗ Ο αγαπημένος μου λάμπει και ροδίζει, διαλεχτός στους μύριους· το κεφάλι του είναι λαγαρό χρυσάφι βάγια οι βόστρυχοί του μαύροι σαν κοράκι. Τα μάτια του είναι περιστέρια στα νερά στ᾽ αυλάκια, λούζονται στο γάλα κάθονται στις γούρνες. Τα μάγουλά του είναι βραγιές μυριστικά θήκες αρωμάτων· τα χείλια του είναι κρίνα και σταλάζουν σμύρνα· τα χέρια του είναι μάλαμα βραχιόλια χρυσόλιθους γεμάτα· είναι φίλντισι η κοιλιά του με ψηφιά ζαφείρια· τα πόδια του είναι μάρμαροκολόνες με χρυσά θεμέλια. Η όψη του είναι σαν το Λίβανο, διαλεχτή σαν το κέδρο· τα λόγια του είναι γλυκασμός κι ολόκληρος είναι επιθυμία. Αυτός είναι ο αγαπημένος μου κι αυτός το ταίρι μου, θυγατέρες της Ιερουσαλήμ.
Τραγούδι Ϛ'
Ο ΧΟΡΟΣ Ποια είναι τούτη που ανεβαίνει λευκανθισμένη ακουμπώντας στον αγαπημένο της;
Ο ΑΝΤΡΑΣ Κάτω απ᾽ τη μηλιά σε ξύπνησα εκεί που η μάνα σου σε γέννησε, εκεί που πόνεσε και σε γέννησε.
Η ΝΥΦΗ Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου, ωσάν σφραγίδα στο μπράτσο σου· είναι δυνατή η αγάπη σαν το θάνατο και σκληρός ο πόθος σαν τον άδη· οι σπίθες της είναι σπίθες της φωτιάς, φλόγα του Θεού. Νερά ποτάμια δεν μπορούν να σβήσουν την αγάπη.
Το Ἆσμα Ἀσμάτων, "ωραιότατο άσμα"
είναι ένα λυρικό τραγούδι με διαλογική μορφή και ερωτικό περιεχόμενο: το
έργο ειδικότερα περιγράφει τον πόθο δύο αποχωρισμένων εραστών και την
επανένωσή τους παρά τα εμπόδια που παρεμβάλλονται. Τα πρόσωπα που λαμβάνουν τον λόγο είναι η Νύφη, ο Άντρας και ένας Χορός
γυναικών, σε δύο περιπτώσεις ίσως και Χορός ανδρών.
Η λογική σύνδεση και κατά συνέπεια η διάκριση των μερών του ποιήματος
δεν είναι στις περισσότερες περιπτώσεις σαφής. Ορισμένοι μελετητές,
προσπαθώντας να ερμηνεύσουν αυτήν ακριβώς τη χαλαρή σύνδεση του Άσματος,
διετύπωσαν την υπόθεση ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για ανθολογία
ερωτικών ή γαμήλιων ασμάτων χωρίς ιδιαίτερη συνοχή μεταξύ τους.
Όσοι αντίθετα υπερασπίζονται την ενότητα του ποιήματος επισημαίνουν την
παρουσία των ίδιων προσώπων από αρχής μέχρι τέλους του έργου, καθώς επίσης
την ομοιότητα του ύφους και των εικόνων. Σε κάθε περίπτωση, είτε πρόκειται
για ενιαίο ποίημα είτε για επιμέρους άσματα, οι επαναλήψεις και οι
παραλλαγές πάνω σε συγκεκριμένα ερωτικά θέματα συνηγορούν υπέρ της άποψης
ότι το έργο παραδόθηκε προφορικά (πιθανώς απαγγελλόταν σε γαμήλιες
τελετές), έως ότου κατεγράφη και απέκτησε την τελική του μορφή κατά πάσα
πιθανότητα μεταξύ 450-400 π.Χ. (για την χρονολόγηση της μετάφρασης των Ο'
βλ. το σχόλ. 1 στο προηγούμενο Κείμενο του Εκκλησιαστή). Αν και το
περιεχόμενο του Άσματος είναι αναμφισβήτητα ερωτικό, ενσωματώθηκε στον
εβραϊκό και στον χριστιανικό κανόνα, επειδή ερμηνεύτηκε αλληγορικά: οι
Εβραίοι είδαν στο Άσμα μια παράσταση της σχέσης του Γιαχβέ, δηλαδή του
Θεού, προς τον περιούσιο λαό του Ισραήλ, ενώ οι χριστιανοί τη σχέση του
Χριστού προς την Εκκλησία.
Στο παραπάνω αποσπάσματα η Νύφη ακούει τη νύχτα τον αγαπημένο της να
χτυπάει την πόρτα. Γεμάτη πόθο σηκώνεται να του ανοίξει, αλλά ο αγαπημένος της έχει φύγει.
Τον αναζητεί μάταια σ᾽ ολόκληρη την Ιερουσαλήμ, οι φύλακες την χτυπούν και
την εμπαίζουν. Ακολουθεί o"έπαινος" του Άντρα από τη Νύφη (είχε προηγηθεί ο "έπαινος" της
Νύφης από τον Άντρα στο τρίτο Τραγούδι). Στο δεύτερο απόσπασμα η ένωση έχει
πραγματοποιηθεί και οι δύο εραστές ανταλλάσσουν λόγια αγάπης.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Σε σένα, Θεοτόκε, Στρατηγέ Υπέρμαχε, εγώ η Πόλη Σου αποδίδω με ευγνωμοσύνη την ένδοξη νίκη, επειδή λυτρώθηκα από τις φοβερές συμφορές. Αλλά Συ, επειδή έχεις ακατανίκητη δύναμη, ελευθέρωσέ με από κάθε είδος κινδύνου, για να Σου φωνάζω δυνατά: Χαίρε, Νύφη ανύμφευτε.
Ο παθιασμένος με τα χρήματα ποτέ δε θα χορτάσει. Και ποιο το κέρδος από τα πλούτη τα πολλά και τα γεννήματά τους;
Όλα, κέρδη και πλούτη, μάταια. Όσο πληθαίνουν τ΄ αγαθά, μαζεύονται και οι άχρηστοι οπού τα κατατρώγουν. Και ποιο είναι τάχα τ’ όφελος του πλούσιου που τα ‘χει, παρά να βλέπει, έτσι μπροστά στα μάτια του, τ’ αγαπημένο του το βιός
αυτοί να σπαταλούνε; Ο τίμιος ο δουλευτής, για λίγο φάει, για πολύ, γλυκόν έχει τον ύπνο. Από την άλλη ο πάμπλουτος, από τις έγνοιες τις πολλές και την αχορτασιά του, δεν ημπορεί ποτέ γλυκά
τα μάτια του να κλείσει. Μιαν άλλη αρρώστια, ολέθρια είδα στη γη να υπάρχει. Τον πλούτο, που σωρεύεται και μόνο βλάβες φοβερές
στον κάτοχό του φέρνει. Και έρχεται ώρα κακιά, κι ο πλούτος πάει, σαν τον καπνό σκορπίζεται, και στο παιδί που γέννησε από τα πλούτη τα πολλά τίποτα δεν του έμεινε
κληρονομιά να δώσει. Γυμνός γεννιέται ο άνθρωπος, γυμνός στο χώμα μπαίνει. Μένουν τα χέρια του αδειανά και δεν τον συντροφεύουν τα αγαθά των κόπων του
στο ύστερο ταξίδι. Και τούτο είναι βέβαια ακόμα λυπηρότερο, αφού, έτσι, όπως ήρθε, φεύγει. Και ποιο το κέρδος του λοιπόν, που σ΄ όλη του τη ζήση τον άπιαστο τον άνεμο
συνέχεια κυνηγούσε; Και όλες οι μέρες βέβαια του πλεονέκτη άνθρωπου είναι σκοταδιασμένες, μέσα σε πένθος και οργή, σε βάσανα και πόνους. Όλη τη ζήση την περνά
μ΄έγνοιες αρρωστημένες. Και να ποιο είναι το καλό που ευτυχία φέρνει. Ο άνθρωπος να τρώει, να πίνει και τα καλά που κέρδισε με μόχθο και κοπιάζοντας, για όσες μέρες ο Θεός έδωσε στη ζωή του, ν' απολαμβάνει με χαρά. Αυτό είναι το κέρδος του,
αυτό το μερτικό του. Σε όποιον έδωσ' ο Θεός πλούτη πολλά και υπάρχοντα, του 'δωσε και την άδεια να χαίρεται τα δώρα, να παίρνει τη μερίδα του και τους καρπούς του κόπου του να τους απολαμβάνει.